της Ελένης Δούσκα
Το διάστηµα αυτό ενδείκνυται η διενέργεια του ετήσιου κλαδέµατος καρποφορίας, ακολουθούµενο από τη βασική λίπανση µερικές εβδοµάδες αργότερα. Στην ακτινιδιά, τα καρποφόρα όργανα δεν είναι µόνιµα, αλλά το δέντρο καρποφορεί σε βλαστούς του ίδιου έτους, που προέρχονται από κληµατίδες (καρποφόρες κεφαλές) του προηγούµενου. Ο καλλιεργητής κλαδεύει µε στόχο την διαµόρφωση του σωστού σχήµατος του φυτού, µέσω της αφαίρεσης ή κόντεµα κάποιων κλαδιών (βέργες) πετυχαίνοντας έτσι την αύξηση της παραγωγής, την βελτίωση της ποιότητας των καρπών, και την διευκόλυνση των καλλιεργητικών εργασιών εντός του κτήµατος.
Ιδιαίτερα χρήσιµες είναι και οι συµβουλές κλαδέµατος από τον γεωπόνο και υποψήφιο διδάκτορα εδαφολογίας Βασίλη Έξαρχο. Τα δέντρα θα πρέπει να κλαδεύονται αφού έχουν πέσει όλα τα φύλλα, εξηγεί, τονίζοντας ότι «υπάρχει ο χρυσός κανόνας όσο πιο αργά τόσο πιο καλά». Το κλάδεµα πραγµατοποιείται όταν ο καιρός είναι ξηρός για να µην υπάρχει ο κίνδυνος µεταφοράς παθογόνων µέσα στο φυτό από τις τοµές. Πριν την έναρξη και µετά το πέρας του κλαδέµατος προτείνεται η εφαρµογή χαλκού. Σε ένα πλήρες ανεπτυγµένο φυτό και ανάλογα µε τη ζωηρότητα του κατά το χειµερινό κλάδεµα αφήνονται συνήθως 20 καλές (ζωηρές) παραγωγικές βέργες οι οποίες θα δηµιουργούν µεταξύ τους ένα σχήµα όπως είναι το «ψαροκόκαλο».
Τόσο πριν την έναρξη του κλαδέµατος όσο και στα ενδιάµεσα διαστήµατα, τα κλαδευτικά εργαλεία που χρησιµοποιούνται θα πρέπει να απολυµαίνονται σε διάλυµα παχύρευστης χλωρίνης(10%) µε νερό και µετά να ψεκάζονται µε ένα απολυµαντικό σπρέι (τύπου Detol). Κατά τη διαδικασία του κλαδέµατος οι παραγωγοί θα πρέπει να είναι σε επιφυλακή για συµπτώµατα ίσκας, βακτηρίου της ακτινιδιάς (PSA) και άλλων ασθενειών και σε περίπτωση ανίχνευσης είναι απαραίτητη η ενηµέρωση του αρµόδιου γεωπόνου. Μετά το κλάδεµα ακολουθεί µηχανική καταστροφή των κοµµένων και προσβεβληµένων κλάδων ενώ τα υγιή κλαδιά παραµένουν στο χωράφι και µπορούν να ενσωµατωθούν µε τη χρήση καταστροφέα.





























