Το συµπέρασµα αυτό, που χτυπά καµπανάκι συναγερµού, σε σχέση µε τη βιωσιµότητα των νέων φυτεύσεων, προκύπτει από πολυετή έρευνα που πραγµατοποιήθηκε από ερευνητές του Τµήµατος Φυλλοβόλων και Οπωροφόρων ∆έντρων (ΤΦΟ∆) Νάουσας του ΕΛΓΟ – ∆ήµητρα.
Η αξιολόγηση των απαιτήσεων σε ψύχος για τη διάσπαση του ληθάργου 15 διαφορετικών ποικιλιών αµυγδαλιάς, ολοκληρώθηκε προσφάτως, και ποικιλίες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: χαµηλών, µεσαίων και υψηλών απαιτήσεων σε ψύχος για το συγκεκριµένο είδος.
«Σύµφωνα µε τις θερµοκρασίες που καταγράφονται σήµερα στη Βόρεια Ελλάδα, η καλλιέργειά της αµυγδαλιάς δεν διατρέχει κίνδυνο ως προς την κάλυψη των αναγκών τους σε ψύχος. Όµως στις Βαρδάτες Φθιώτιδας, όπου παρακολουθούµε τη συσσώρευση ψύχους από το 2004, διαπιστώθηκε πως τα έτη 2016, 2021 και 2024, η συσσώρευση ψύχους κατά τους χειµερινούς µήνες διαµορφώθηκε στις 61 µερίδες ψύχους, ενώ για την ποικιλία Makako οι απαιτήσεις προσδιορίστηκαν στις 62 µερίδες. Έχοντας υπ’ όψιν πως η αύξηση της θερµοκρασίας θα συνεχιστεί, απαιτείται προσεκτική µελέτη της καταλληλότητας αυτής της ποικιλίας για το µέλλον», εξηγεί η ∆ρ Παυλίνα ∆ρογούδη, διευθύντρια ερευνών του ΤΦΟ∆ Νάουσας και σπεύδει να προσθέσει πως «η συγκεκριµένη ποικιλία έχει το επιθυµητό χαρακτηριστικό της όψιµης άνθησης κάτι που συνήθως συνδέεται µε µεγαλύτερες απαιτήσεις σε ψύχος».
Οι ευρέως καλλιεργούµενες ποικιλίες όπως Ferragnes και Ferranduel έχουν χαµηλότερες απαιτήσεις, της τάξης των 51 και 43 µερίδων ψύχους, αντίστοιχα, γεγονός που, κατά τους ερευνητές, δηλοί µεγαλύτερη προσαρµοστικότητα στις συγκεκριµένες συνθήκες της νότιας Ελλάδας.
«Από το 2008, στους πειραµατικούς οπωρώνες στη Νάουσα, αλλά και στις Βαρδάτες διενεργείται αξιολόγηση νέων ποικιλιών αµυγδαλιάς. Τα δεδοµένα που έχουν συλλεχθεί για το χρόνο άνθησης και τις απαιτήσεις σε ψύχος είναι πλέον τεκµηριωµένα και επιτρέπουν ασφαλέστερα συµπεράσµατα για την αξιοπιστία τους», τονίζει η ∆ρ. ∆ρογούδη.
Από την πλευρά του ο ∆ρ. Γιώργος Παντελίδης, κύριος ερευνητής στο ΤΦΟ∆ Νάουσας, ο οποίος µελέτησε τις επίµαχες 15 ποικιλίες επί τρία έτη και συνέλεξε τα αξιόπιστα αποτελέσµατα σχετικά µε τις απαιτήσεις τους σε ψύχος, τονίζει πως «πριν γίνει η επιλογή µιας ποικιλίας από τον παραγωγό, θα πρέπει να προηγηθεί εκτεταµένη έρευνα για το αν µπορεί να ευδοκιµήσει στην περιοχή για την οποία προορίζεται να φυτευτεί, ιδιαίτερα σε συνθήκες έντονης κλιµατικής µεταβλητότητας όπως αυτές που ζούµε. ∆ιότι µια λάθος επιλογή θα γίνει αντιληπτή όταν θα είναι πολύ αργά, καθώς το δέντρο αρχίζει να δίνει παραγωγή µετά τον 3ο – 4ο χρόνο και έως τότε θα έχει πραγµατοποιηθεί µια µεγάλη επένδυση σε όρους κεφαλαίων, αλλά και εργασίας στο κτήµα κι η ανταπόδοση δεν θα είναι η δέουσα».
Σε περίπτωση, πάντως, που ήδη έχει γίνει µια ανεπιτυχής επιλογή, για να µετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή των δέντρων, ο ∆ρ. Παντελίδης επικαλούµενος τη διαθέσιµη βιβλιογραφία, σηµειώνει ότι υπάρχουν κάποιες πρακτικές ενδέχεται να συµβάλουν βελτιωτικά.
«Ως ένα τέτοιο µέτρο αντιµετώπισης προτείνεται – χωρίς όµως να γνωρίζουµε την αποτελεσµατικότητα του – το όψιµο κλάδεµα. Επίσης υπάρχουν και χηµικά σκευάσµατα που βοηθούν τη διάσπαση του ληθάργου» αναφέρει ο ερευνητής και τονίζει ότι «είναι πολύ σηµαντικό για αυτά τα σκευάσµατα είναι να ακολουθούνται οι οδηγίες που αναγράφονται πάνω στην ετικέτα και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει το δέντρο, όταν θα γίνει η χρήση του σκευάσµατος, να έχει συσσωρεύσει τουλάχιστον το 70% του αναγκαίων µονάδων ψύχους. ∆ηλαδή δεν σηµαίνει ότι εάν δεν έχουµε καθόλου χειµώνα, εµείς θα πάµε να το ψεκάσουµε και αυτό θα ανθίσει. Το 70% πρέπει να το πάρει το δέντρο από τη φύση και το υπόλοιπο 30% να το βοηθήσουµε εµείς».
Να σηµειωθεί πως η εργασία υλοποιήθηκε µε χρηµατοδότηση από το έργο CLIMPACT II, µε επιστηµονικά υπεύθυνη τη ∆ρ. Π. ∆ρογούδη.






























