Η κατανάλωση νωπών φρούτων και λαχανικών στην ΕΕ αυξήθηκε ελαφρώς το 2024 αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ελάχιστο ημερήσιο στόχο που συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας-ΠΟΥ, όπως προκύπτει από την τελευταία έκδοση του European Fresh Produce Consumption Monitor, που εκπονείται από την Freshfel Europe και παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια του ετήσιου διαδικτυακού σεμιναρίου της ένωσης για τις τάσεις κατανάλωσης.
Η έκθεση, η οποία καλύπτει όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ και βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία των Eurostatκαι FAOSTAT, δείχνει ότι η μέση κατανάλωση φρούτων και λαχανικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024 αυξήθηκε στα 355,71 γραμμάρια ανά άτομο ημερησίως, καταγράφοντας άνοδο 1,98% σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 2023.
Ωστόσο, η Freshfel επισήμανε ότι το επίπεδο αυτό παραμένει «σημαντικά χαμηλότερο» από τον ελάχιστο στόχο των 400 γραμμαρίων ανά άτομο ημερησίως που συνιστά ο ΠΟΥ.
Σύμφωνα με την έκθεση, μόνο πέντε χώρες της ΕΕ κατάφεραν να φθάσουν ή να ξεπεράσουν τον συνιστώμενο στόχο των 400 γραμμαρίων νωπών φρούτων και λαχανικών ανά κάτοικο την ημέρα, γεγονός που, όπως σημειώνεται, αφήνει «μεγάλα περιθώρια βελτίωσης για την τόνωση της κατανάλωσης».
Οι χώρες που ξεπέρασαν το όριο των 400 γραμμαρίων το 2024 ήταν:
Ελλάδα: 467 γρ. ανά άτομο ημερησίως, σημειώνοντας αύξηση άνω του 23% σε ετήσια βάση.
Πορτογαλία: 466 γρ.
Ιταλία: 455 γρ.
Βέλγιο: 434 γρ.
Πολωνία: 410 γρ.
Στην τελευταία θέση της κατάταξης βρέθηκε η Φιλανδία με μόλις 223 γραμμάρια ανά άτομο ημερησίως, αν και και εκεί καταγράφηκε αύξηση της τάξης του 2,07%.
«Εξετάζοντας τις μακροπρόθεσμες τάσεις, διαπιστώνεται ότι τα επίπεδα κατανάλωσης παραμένουν στάσιμα και ο κλάδος δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τη βραχύβια αύξηση που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, η οποία περιορίστηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που επηρέασε την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών», ανέφερε η Freshfel.
Η Freshfel Europe υπογραμμίζει τα βασικά πλεονεκτήματα των νωπών φρούτων και λαχανικών, τα οποία στηρίζονται στα ισχυρά και αδιαμφισβήτητα οφέλη τους για την υγεία, καθώς και στο χαμηλό περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.
«Τα φρούτα και τα λαχανικά αποτελούν μέρος της λύσης στα κοινωνικά προβλήματα και η κατανάλωσή τους πρέπει να ενισχυθεί προς όφελος τόσο της υγείας των πολιτών της ΕΕ όσο και του πλανήτη», τονίζεται στην έκθεση.
Η αύξηση της κατανάλωσης, σύμφωνα με τη Freshfel, απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα αντιμετωπίζει ζητήματα εκπαίδευσης, ενημέρωσης, προσβασιμότητας και μεταβαλλόμενων καταναλωτικών συνηθειών.
Κατά τη διάρκεια του διαδικτυακού σεμιναρίου επισημάνθηκε επίσης η αυξανόμενη επιρροή των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, τα οποία επωφελούνται από ισχυρές στρατηγικές μάρκετινγκ, εμπορικής ταυτότητας και αλληλεπίδρασης με τους καταναλωτές, ενώ συχνά αξιοποιούν στοιχεία που παραδοσιακά συνδέονται με τα νωπά φρούτα και λαχανικά.
Όπως υπογραμμίστηκε, απαιτείται μια πιο ισχυρή προσέγγιση με επίκεντρο τον καταναλωτή για τα νωπά προϊόντα, η οποία θα περιλαμβάνει:
- βελτιωμένες δράσεις προώθησης,
- καλύτερη προβολή στα σημεία λιανικής πώλησης,
- μεγαλύτερη ευκολία κατανάλωσης,
- αποτελεσματικότερη επικοινωνία των πλεονεκτημάτων τους για την υγεία,
- ανάδειξη της γεύσης και της ποιότητας,
- καθώς και των ωφελειών τους για τη βιωσιμότητα.
Η Freshfel επισημαίνει ότι οι καταναλωτές παρακινούνται ολοένα και περισσότερο από παράγοντες όπως η υγεία, η γεύση, η ποιότητα και η σχέση ποιότητας-τιμής, ενώ η ευκολία έχει εξελιχθεί σε «καθοριστικό παράγοντα» για τις αγοραστικές αποφάσεις.
Παράλληλα, η βιωσιμότητα αντιμετωπίζεται θετικά και συνδέεται στενά με τα νωπά προϊόντα, ωστόσο σπάνια αποτελεί τον βασικό λόγο αγοράς.
Η Freshfel επανέλαβε επίσης τις προτεραιότητες του Μανιφέστου 2026-2030, προωθώντας την προσέγγιση «Fresh First», η οποία τοποθετεί τα φρούτα και τα λαχανικά στο επίκεντρο των πολιτικών για τα τρόφιμα, την υγεία και τη βιωσιμότητα.
«Ο τομέας των φρούτων και λαχανικών και οι δημόσιες αρχές πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να διαμορφώσουν μια βιώσιμη καταναλωτική νοοτροπία, βασισμένη στα οφέλη των νωπών φρούτων και λαχανικών για τον πλανήτη, το κλίμα και την υγεία των ίδιων των καταναλωτών», προσθέτει η έκθεση.
«Δεν υπάρχει περιθώριο καθυστέρησης ή συμβιβασμού όσον αφορά την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της χαμηλής κατανάλωσης, ιδιαίτερα μεταξύ της νεότερης γενιάς».






























